οίστρος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

οίστρος¹

  • ˈi.stɾos

Where it comes from

οίστρος < αρχαία ελληνική οἶστρος

noun οίστρος · οίστροι · οίστρου · οίστρων · οίστρο · οίστρους

  1. εντομολογία είδος δίπτερων εντόμων που ενοχλούν και τρελαίνουν ορισμένα ζώα

    Similar: μύγα, αλογόμυγα, βοϊδόμυγα

  2. βιολογία το σύνολο των φαινομένων που σχετίζονται με την ωορρηξία των θηλαστικών ※ Αντικείμενο αυτής της εργασίας ήταν η μελέτη ορισμένων φυσικών ιδιοτήτων και βιοχημικών παραμέτρων της τραχηλικής βλέννας σε αγελάδες που εμφάνισαν οίστρο μετά τον τοκετό και σε αγελάδες με αναφροδισία, οι οποίες υποβλήθηκαν σε ορμονική αγωγή (προγεστερόνη ή προσταγλανδίνη F2α) για την πρόκληση οί
  3. figuratively, μεταφορικά πνευματική και ψυχική διέγερση

    Similar: δημιουργικότητα, έμπνευση, ενθουσιασμός, έξαρση

Οίστρος²

Where it comes from

Οίστρος < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Οίστρος

  1. ανδρικό όνομα

In English

  • verve enthusiasm, rapture, spirit, or vigour, especially of imagination such as that w
  • botfly insect
  • oestrus a female animal's readiness to mate

Talk about this word

Cite this
MLA

"οίστρος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%AF%CF%83%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

οίστρος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%AF%CF%83%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%82

Chicago

"οίστρος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%AF%CF%83%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {οίστρος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%AF%CF%83%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}