οίστρος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
οίστρος¹
- ˈi.stɾos
Where it comes from
οίστρος < αρχαία ελληνική οἶστρος
noun οίστρος · οίστροι · οίστρου · οίστρων · οίστρο · οίστρους
- είδος δίπτερων εντόμων που ενοχλούν και τρελαίνουν ορισμένα ζώα
- το σύνολο των φαινομένων που σχετίζονται με την ωορρηξία των θηλαστικών ※ Αντικείμενο αυτής της εργασίας ήταν η μελέτη ορισμένων φυσικών ιδιοτήτων και βιοχημικών παραμέτρων της τραχηλικής βλέννας σε αγελάδες που εμφάνισαν οίστρο μετά τον τοκετό και σε αγελάδες με αναφροδισία, οι οποίες υποβλήθηκαν σε ορμονική αγωγή (προγεστερόνη ή προσταγλανδίνη F2α) για την πρόκληση οί
-
πνευματική και ψυχική διέγερση
Similar: δημιουργικότητα, έμπνευση, ενθουσιασμός, έξαρση
Οίστρος²
Where it comes from
Οίστρος < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Οίστρος
- ανδρικό όνομα
In English
Talk about this word "οίστρος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%AF%CF%83%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. οίστρος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%AF%CF%83%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%82 "οίστρος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%AF%CF%83%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {οίστρος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%AF%CF%83%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}