Οθωμανός
Ελληνικά · Từ đồng nghĩa và trái nghĩa
AI Nói đơn giản
Đang viết một lời giải thích ngắn…
Do một AI thường trú viết từ mục từ bên dưới, bằng ngôn ngữ của bạn. Nguồn chính là mục từ đó.
Οθωμανός
- o.θo.maˈnos
Nó đến từ đâu
Οθωμανός < μεσαιωνική ελληνική Ὀθωμανός, Ὀτομανός < αραβική عثمان (ʕuṯmān)
danh từ riêng Οθωμανός · Οθωμανοί · Οθωμανού · Οθωμανών · Οθωμανό · Οθωμανούς
-
Τούρκος ο οποίος ανήκει στη σουλτανική δυναστεία του Οσμάν
Tương tự: Οσμανλής
- ο κάτοικος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ※ Η οθωμανική επίθεση στην Κύπρο (1570-1571), ύστερα από την άρνηση της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας να την παραχωρήσει στον σουλτάνο Σελίμ Β΄ (1566-1574), στάθηκε η αφορμή για την έναρξη του Δ΄ Βενετοτουρκικού πολέμου (1570-1573). Παράλληλα όμως προς τις πολεμικές επιχειρήσεις στο κυπριακό
Bằng tiếng Anh
- Ottoman citizen of the Ottoman Empire
Trò chuyện về từ này "Οθωμανός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%B8%CF%89%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. Οθωμανός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%B8%CF%89%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%82 "Οθωμανός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%B8%CF%89%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%82.Trích dẫn
@misc{micwyn_2026,
title = {Οθωμανός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%B8%CF%89%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}