οικονόμος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

οικονόμος¹

Where it comes from

οικονόμος < αρχαία ελληνική οἰκονόμος < οἶκος + νέμω (οικο- + -νόμος)

: για το επίθετο < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική économe < υστερολατινική oeconomus < μεσαιωνική ελληνική οἰκονόμος)

adjective -ος · οικονόμος · οικονόμα · οικονόμο

  1. που κάνει οικονομία, που είναι συνετός στη διαχείριση των χρημάτων και δεν κάνει σπατάλες

    Opposite: σπάταλος

noun οικονόμος · οικονόμοι · οικονόμου · οικονόμων · οικονόμο

  1. αυτός ή αυτή που του/της έχουν ανατεθεί διαχειριστικά καθήκοντα
  2. επάγγελμα υπηρέτης ή υπηρέτρια που έχει αναλάβει τη διαχείριση του σπιτιού
  3. αξίωμα, θρησκεία τίτλος που δίνεται σε έγγαμους κληρικούς

Οικονόμος²

  • i.koˈno.mos

Where it comes from

Οικονόμος < οικονόμος

proper noun Οικονόμος · Οικονόμοι · Οικονόμου · Οικονόμων · Οικονόμο · Οικονόμους

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"οικονόμος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

οικονόμος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%82

Chicago

"οικονόμος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {οικονόμος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}