σπάταλος
Ελληνικά · 同义词与反义词
AI 通俗地说
正在写简短说明……
由驻站 AI 根据下面的词条用你的语言写成。来源是词条本身。
σπάταλος
- ˈspa.ta.los
它从哪里来
σπάταλος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή σπάταλος < σπᾰτᾰ́λη < προελληνική
形容词 σπάταλος · σπάταλη · σπάταλο · σπάταλου · σπάταλης
- που σπαταλά, που ξοδεύει, που δαπανά
- που γίνεται σπάταλα, με σπατάλες, ξοδεύοντας ή δαπανώντας πολλά
相近词: αφειδής, αφειδώλευτος, πολυδάπανος, πολυέξοδος · 反义词: οικονόμος, φειδωλός, σφιχτοχέρης
同义词与反义词
形容词
相近词: αφειδής, αφειδώλευτος, πολυδάπανος, πολυέξοδος · 反义词: οικονόμος, φειδωλός, σφιχτοχέρης
英语
- spendthrift someone who spends money improvidently or wastefully
讨论这个词 "σπάταλος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%AC%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. σπάταλος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%AC%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%82 "σπάταλος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%AC%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%82.引用
@misc{micwyn_2026,
title = {σπάταλος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%AC%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}