ολοκλήρωμα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ολοκλήρωμα
Where it comes from
ολοκλήρωμα < ολοκληρώ(νω) + -μα, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική intégrale
noun ολοκλήρωμα · ολοκληρώματα · ολοκληρώματος · ολοκληρωμάτων
- ο τύπος μέτρησης χωρίου που ορίζει μια συνάρτηση
- Έστω μια συνάρτηση, μια διαμέριση αυτής στο υποσύνολο Α του πεδίου ορισμού της με λεπτότητα λ (δηλαδή το μέτρο του μεγαλύτερου στοιχίου της διαμέρισης είναι λ). Σε κάθε στοιχείο της διαμέρισης αντιστοιχίζεται με συγκεκριμένη διαδικασία, ανάλογα με το είδος τον τρόπο υπολογισμού του ολοκληρώματος, το αποτέλεσμα της μέτρησης του χωρίου. Έστω το άθροισμα όλων μετρήσεων Σ. Το όριο του Σ τείνοντος του λ στο 0 είναι το ολοκλήρωμα της συνάρτησης στο Α.
In English
- integral limit of sums
Talk about this word "ολοκλήρωμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%BA%CE%BB%CE%AE%CF%81%CF%89%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. ολοκλήρωμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%BA%CE%BB%CE%AE%CF%81%CF%89%CE%BC%CE%B1 "ολοκλήρωμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%BA%CE%BB%CE%AE%CF%81%CF%89%CE%BC%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ολοκλήρωμα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%BA%CE%BB%CE%AE%CF%81%CF%89%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}