ομόλογος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ομόλογος

Where it comes from

ομόλογος < αρχαία ελληνική ὁμόλογος

adjective ομόλογος · ομόλογη · ομόλογο · ομόλογου · ομόλογης

  1. που αντιστοιχεί με κάτι άλλο με το οποίο έχει κάποιο κοινό χαρακτηριστικό Τα δύο παραλληλόγραμμα, όπως και τα δύο τρίγωνα που κατασκευάσθηκαν προηγουμένως λέγονται όμοια, ενώ ο λόγος των ομόλογων πλευρών τους (δηλαδή των πλευρών που βρίσκονται απέναντι από ίσες γωνίες) λέγεται λόγος ομοιότητας. (από το σχολικό βιβλίο «Ευκλείδεια Γεωμετρία», Α΄ και Β΄ Γενικού Λυκείου)

Similar: αντίστοιχος, ανάλογος

noun ομόλογος · ομόλογη · ομόλογο · ομόλογου · ομόλογης

  1. αξιωματούχος μιας χώρας με την ίδια ή αντίστοιχη θέση με αξιωματούχο άλλης χώρας

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ομόλογος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BC%CF%8C%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ομόλογος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BC%CF%8C%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CF%82

Chicago

"ομόλογος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BC%CF%8C%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ομόλογος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BC%CF%8C%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}