οξεία
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
οξεία
Where it comes from
οξεία < (ελληνιστική κοινή) ὀξεῖα < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου ὀξύς
noun οξεία · οξείες · οξείας · οξειών
-
το τονικό σημάδι που δείχνει την ή τις συλλαβές που τονίζονται
Similar: τόνος
- το τονικό σημάδι, πριν την εφαρμογή του μονοτονικού που, σύμφωνα με συγκεκριμένους γραμματικούς κανόνες, έμπαινε σε όσες λέξεις δεν έπαιρναν περισπωμένη
- το ίδιο τονικό σημάδι που, σε μία μεγάλη περίοδο της ελληνικής γραμματείας, κατά περίπτωση το αντικαταστούσε η βαρεία
adjective οξεία · οξείες · οξείας · οξειών
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οξύς
In English
- acute accent acute accent
- oxia Ancient Greek diacritic marking high or rising pitch
Talk about this word "οξεία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BE%CE%B5%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. οξεία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BE%CE%B5%CE%AF%CE%B1 "οξεία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BE%CE%B5%CE%AF%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {οξεία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BE%CE%B5%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}