οξιά

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

οξιά

  • oˈksça

Sounds like οξεία

Where it comes from

οξιά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ὀξιά < ελληνιστική κοινή ὀξέα < ελληνιστική κοινή ὀξύα

noun οξιά · οξιές · οξιάς · οξιών

  1. δέντρο φυλλοβόλο δέντρο του γένους Fagus που έχει λεπτά πράσινα μυτερά και ωοειδή φύλλα, λείο και γκρίζο κορμό και μικρούς καρπούς, σε τριγωνικό σχήμα με ακανθώδες ξυλώδες κάλυμμα· περιλαμβάνει δέκα είδη που συναντώνται στην Ευρώπη, Ασία και Βόρειο Αμερική ※ στους λόφους του Βοσπόρου δεν υπάρχουν ελιές, ενώ τα κωνοφόρα είναι λιγοστά. Τους σκεπάζει ένα πυκνό χαλί από δέντρα όλων των ειδών. Βελανιδιές, καστανιές, συκιές, οξιές, λεύκες, μανόλιες, φτελιές, και φλαμουριές σκεπάζουν τους λόφους και τις κοιλάδες φτάνοντας μέχρι το νερό (Αλέξανδρος Μασσαβέτας
  2. figuratively, συνεκδοχικά το ξύλο του δέντρου της οξιάς

In English

  • beech tree of genus Fagus

Talk about this word

Cite this
MLA

"οξιά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BE%CE%B9%CE%AC. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

οξιά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BE%CE%B9%CE%AC

Chicago

"οξιά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BE%CE%B9%CE%AC.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {οξιά},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BE%CE%B9%CE%AC},
  urldate = {2026-11-06}
}