οπτική

Ελληνικά · Синонимы и антонимы

AI Простыми словами

Пишу короткое объяснение…

Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.

οπτική

Откуда оно

οπτική < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου οπτικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική optique)

существительное οπτική · οπτικής

  1. φυσική κλάδος της φυσικής που ερευνά τη φύση, τη διάδοση και τις αλληλεπιδράσεις του φωτός, καθώς και τα φαινόμενα που απορρέουν απʼ αυτές
  2. φυσική συγκροτημένο σώμα θεωριών και ερμηνειών γύρω από το φως, όπως αυτό αποτυπώνεται σε συγκεκριμένο επιστημονικό έργο ή σχολή σκέψης.
  3. φυσική, αστρονομία το σύνολο γνώσεων και πρακτικών που αφορούν τη μελέτη, τον σχεδιασμό και τη ρύθμιση συστημάτων που κατευθύνουν ή μετασχηματίζουν το φως (π.χ. φακοί, κάτοπτρα, όργανα)
  4. ιατρική η μελέτη της πορείας και της πρόσληψης του φωτός από το οπτικό σύστημα, φυσιολογικό ή παθολογικό, με ή χωρίς οπτικά βοηθήματα
  5. figuratively, μεταφορικά ο τρόπος θέασης και ερμηνείας της πραγματικότητας από συγκεκριμένη νοητική ή εμπειρική σκοπιά

    Похожие: οπτική γωνία

прилагательное οπτική · οπτικής

  1. accusative, feminine, nominative, singular, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οπτικός

По-английски

  • optics physics of light and vision

Обсудить это слово

Цитировать
MLA

"οπτική." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

οπτική. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE

Chicago

"οπτική." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {οπτική},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE},
  urldate = {2026-11-07}
}