οπτική
Ελληνικά · Синонимы и антонимы
AI Простыми словами
Пишу короткое объяснение…
Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.
οπτική
Откуда оно
οπτική < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου οπτικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική optique)
существительное οπτική · οπτικής
- κλάδος της φυσικής που ερευνά τη φύση, τη διάδοση και τις αλληλεπιδράσεις του φωτός, καθώς και τα φαινόμενα που απορρέουν απʼ αυτές
- συγκροτημένο σώμα θεωριών και ερμηνειών γύρω από το φως, όπως αυτό αποτυπώνεται σε συγκεκριμένο επιστημονικό έργο ή σχολή σκέψης.
- το σύνολο γνώσεων και πρακτικών που αφορούν τη μελέτη, τον σχεδιασμό και τη ρύθμιση συστημάτων που κατευθύνουν ή μετασχηματίζουν το φως (π.χ. φακοί, κάτοπτρα, όργανα)
- η μελέτη της πορείας και της πρόσληψης του φωτός από το οπτικό σύστημα, φυσιολογικό ή παθολογικό, με ή χωρίς οπτικά βοηθήματα
-
ο τρόπος θέασης και ερμηνείας της πραγματικότητας από συγκεκριμένη νοητική ή εμπειρική σκοπιά
Похожие: οπτική γωνία
прилагательное οπτική · οπτικής
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οπτικός
По-английски
- optics physics of light and vision
Обсудить это слово "οπτική." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026. οπτική. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE "οπτική." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE.Цитировать
@misc{micwyn_2026,
title = {οπτική},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE},
urldate = {2026-11-07}
}