ορίζοντας

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ορίζοντας

  • oˈɾi.zon.das

Where it comes from

ορίζοντας < ουσιαστικοποιημένο αρσενικό της μετοχής ορίζων με νεότερη κατάληξη < αρχαία ελληνική ὁρίζων (κύκλος), μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ὁρίζω

noun ορίζοντας

  1. η νοητή γραμμή που χωρίζει τον ουρανό από τη γη στο οπτικό πεδίο του παρατηρητή ※ Το θολό φινιστρίνι καδράριζε το γκρίζο περίγραμμα της στεριάς που ξεμύτιζε πέρα στον ορίζοντα με την μπλε λωρίδα να έρχεται και να φεύγει, μέχρι που το πελώριο κύμα θρυμμάτισε την εικόνα, την εξαφάνισε πίσω από το ανεμοβρόχι. (Μαίρη Βασάλου, Η πόρτα: μυθιστόρημα, εκδ. Καστανιώτη, 2001, σελ. 347)
  2. το οπτικό πεδίο του παρατηρητή
  3. figuratively, μεταφορικά η πραγματικότητα γύρω μας σε μια δεδομένη στιγμή

verb ορίζοντας · ορίζοντουσα · ορίζοντον

  1. άλλη μορφή του ορίζων με νεότερες καταλήξεις: που ορίζει

verb ορίζοντας

  1. μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ορίζω

In English

  • horizon line that appears to separate the Earth from the sky
  • vista figuratively: vision

Talk about this word

Cite this
MLA

"ορίζοντας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B6%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ορίζοντας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B6%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82

Chicago

"ορίζοντας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B6%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ορίζοντας},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B6%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}