ορίζω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ορίζω

  • oˈɾi.zo

Where it comes from

ορίζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ὁρίζω < ὅρος

verb ορίζω · όρισα · ορίζομαι · ορίστηκα · ορισμένος

  1. αποφασίζω πού και πότε (συνήθως) θα γίνει κάτι να ορίσουμε μια συνάντηση με το διευθυντή
  2. θέτω τα όρια για κάτι
  3. δίνω μια ιδιότητα σε κάποιον, ώστε να κάνει κάτι με όρισε εκπρόσωπο τύπου
  4. αποφασίζω, επιλέγω συνήθως, οι καθηγητές ορίζουν την ύλη που θα διδάξουν στο νέο εξάμηνο
  5. δίνω ορισμό για κάτι, επισημαίνω τα γνωρίσματά του πώς μπορούμε να ορίσουμε το τετράγωνο;
  6. διατυπώνω με σαφήνεια το νέο διάταγμα ορίζει ότι...
  7. vulgar, λαϊκότροπο διατάζω, εκφράζω απόλυτα μια επιθυμία τι ορίζει ο αφέντης μας;
  8. ελέγχω, εξουσιάζω οι παππούδες του όριζαν όλη την εμπορική κίνηση της περιοχής
  9. φτάνω καλώς ορίσατε!

In English

  • set to determine

Talk about this word

Cite this
MLA

"ορίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

ορίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89

Chicago

"ορίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ορίζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-06}
}