ορίζω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ορίζω
- oˈɾi.zo
Where it comes from
ορίζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ὁρίζω < ὅρος
verb ορίζω · όρισα · ορίζομαι · ορίστηκα · ορισμένος
- αποφασίζω πού και πότε (συνήθως) θα γίνει κάτι να ορίσουμε μια συνάντηση με το διευθυντή
- θέτω τα όρια για κάτι
- δίνω μια ιδιότητα σε κάποιον, ώστε να κάνει κάτι με όρισε εκπρόσωπο τύπου
- αποφασίζω, επιλέγω συνήθως, οι καθηγητές ορίζουν την ύλη που θα διδάξουν στο νέο εξάμηνο
- δίνω ορισμό για κάτι, επισημαίνω τα γνωρίσματά του πώς μπορούμε να ορίσουμε το τετράγωνο;
- διατυπώνω με σαφήνεια το νέο διάταγμα ορίζει ότι...
- διατάζω, εκφράζω απόλυτα μια επιθυμία τι ορίζει ο αφέντης μας;
- ελέγχω, εξουσιάζω οι παππούδες του όριζαν όλη την εμπορική κίνηση της περιοχής
- φτάνω καλώς ορίσατε!
In English
- set to determine
Talk about this word "ορίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026. ορίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89 "ορίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ορίζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-06}
}