ορθόδοξος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ορθόδοξος

  • oɾˈθo.ðo.ksos

Where it comes from

ορθόδοξος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὀρθόδοξος < αρχαία ελληνική ὀρθός + δόξα

adjective ορθόδοξος · ορθόδοξη · ορθόδοξο · ορθόδοξου · ορθόδοξης

  1. που με επιμονή και προσήλωση δέχεται και ασπάζεται τις σωστές (κατά τη γνώμη του) αντιλήψεις και απόψεις (θρησκευτικές, φιλοσοφικές, πολιτικές κ.λπ.)

    Opposite: αιρετικός, λανθασμένος

  2. χριστιανισμός που έχει σχέση με την ανατολική χριστιανική Εκκλησία και όσα αυτή πρεσβεύει ή αναφέρεται σ’ αυτή κι όχι στη δυτική Καθολική Εκκλησία

    Opposite: καθολικός, ανορθόδοξος, αλλόδοξος

  3. που εφαρμόζει μεθόδους και πρακτικές παραδοσιακές ή γενικώς αποδεκτές

    Opposite: ανορθόδοξος

noun ορθόδοξος · ορθόδοξη · ορθόδοξο · ορθόδοξου · ορθόδοξης

  1. χριστιανισμός χριστιανός που έχει σχέση με την ανατολική χριστιανική Εκκλησία και όσα αυτή πρεσβεύει κι όχι με τη δυτική Καθολική Εκκλησία

Opposite: καθολικός, Καθολικός

Thesaurus

In English

  • orthodox conforming to accepted, established, or traditional doctrines of a given faith,
  • Orthodox of the Orthodox Churches

Talk about this word

Cite this
MLA

"ορθόδοξος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%B8%CF%8C%CE%B4%CE%BF%CE%BE%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ορθόδοξος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%B8%CF%8C%CE%B4%CE%BF%CE%BE%CE%BF%CF%82

Chicago

"ορθόδοξος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%B8%CF%8C%CE%B4%CE%BF%CE%BE%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ορθόδοξος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%B8%CF%8C%CE%B4%CE%BF%CE%BE%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}