πάγκος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πάγκος¹
- ˈpaŋ.ɡos
Where it comes from
πάγκος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πάγκος / μπάγκος • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
noun πάγκος · πάγκοι · πάγκου · πάγκων · πάγκο · πάγκους
- μακρύ ξύλινο ή μεταλλικό κάθισμα χωρίς πλάτη για πολλά άτομα σε δημόσιους χώρους
- μακρόστενη ορθογώνια επιφάνεια σε ύψος κατάλληλο για διάφορες εργασίες όπως πχ. το μαγείρεμα, που γίνονται από όρθια συνήθως θέση πάγκος κουζίνας, πάγκος εργασίας
- ορθογώνια επιμήκης κατασκευή σε παντοπωλείο ή καφενείο, πίσω από την οποία εργάζεται ο μαγαζάτορας
- επιμήκης κατασκευή σε ανοιχτούς χώρους, πάνω στην οποία εκτίθενται εμπορεύματα ※ Ο πάγκος, ο εφημεριδοπώλης, οι εφημερίδες, ακόμα και τα περιοδικά που δεν είδε, αλλά ήταν βέβαιη ότι τα ήξερε – όλα θα μπορούσαν να είναι ολόιδια και έξι χρόνια πριν (Δημήτρης Φύσσας, Πλατεία Λένιν, πρώην Συντάγματος, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2006)
- συνώνυμο του ξέρα
Πάγκος²
Where it comes from
Πάγκος < πάγκος
proper noun Πάγκος · Pangos
- ανδρικό επώνυμο
In English
Talk about this word "πάγκος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AC%CE%B3%CE%BA%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. πάγκος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AC%CE%B3%CE%BA%CE%BF%CF%82 "πάγκος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AC%CE%B3%CE%BA%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πάγκος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AC%CE%B3%CE%BA%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}