πάσσαλος
Ελληνικά
AI 쉬운 말로
짧은 설명을 쓰는 중…
아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.
πάσσαλος¹
어원
πάσσαλος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πάσσαλος
명사 πάσσαλος · πάσσαλοι · πασσάλου · πάσσαλου · πασσάλων · πάσσαλο
- ξύλινη, μεταλλική (ή κι από άλλα υλικά) μακρόστενη κατασκευή με μυτερή άκρη, που χρησιμοποιείται για να περιφράξουμε κάτι ή γενικά στην οικοδομική
- χοντρό ραβδί από ξύλο ή από μέταλλο που η άκρη του είναι μυτερή
- συνώνυμο του παλούκι
Πάσσαλος²
어원
Πάσσαλος < → λείπει η ετυμολογία
고유 명사 Πάσσαλος · Πασσάλου · Passalos
- ανδρικό επώνυμο
영어로
이 단어에 대해 이야기하기 "πάσσαλος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AC%CF%83%CF%83%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. πάσσαλος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AC%CF%83%CF%83%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%82 "πάσσαλος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AC%CF%83%CF%83%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%82.인용하기
@misc{micwyn_2026,
title = {πάσσαλος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AC%CF%83%CF%83%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}