πέλεκυς

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πέλεκυς

  • ˈpe.le.cis

Where it comes from

* πέλεκυς < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πέλεκυς

noun πέλεκυς

  1. formal, λόγιο, εργαλείο δίκοπο τσεκούρι, προσαρμοσμένο σε ξύλινη λαβή, με διάφορες χρήσεις, σαν όπλο ή εργαλείο Ο διπλός πέλεκυς είναι χαρακτηριστικό σύμβολο του μινωικού πολιτισμού.
  2. figuratively, μεταφορικά τιμωρία βαριά ※ Βαρύς θα πέσει ο πέλεκυς για τους οδηγούς που θα επιλέξουν να διπλοπαρκάρουν, ως έσχατη ή και όχι, λύση καθώς η εύρεση χώρου στάθμευσης στην πόλη έχει γίνει πιο δύσκολη και από την εύρεση… θησαυρού (Τέλος το διπλοπαρκάρισμα – Έρχονται πρόστιμα και αφαίρεση διπλώματος, Τα Νέα, 01/12/2023 https://ww

Similar: πελέκι, πέλεκας

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"πέλεκυς." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AD%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CF%85%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πέλεκυς. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AD%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CF%85%CF%82

Chicago

"πέλεκυς." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AD%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CF%85%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πέλεκυς},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AD%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CF%85%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}