πίστη
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πίστη¹
- ˈpi.sti
Where it comes from
πίστη < κληρονομημένο από την αρχαία ελληνική πίστις < πείθω (θέμα πιθ-) Για τον οικονομικό όρο, (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική crédit. Ομόρριζα: μπέσα. Συγγενή: αλβανική besë (πίστη, εμπιστοσύνη).
noun πίστη · πίστεις · πίστης · πίστεων
- η πεποίθηση, η βεβαιότητα είναι πίστη μου ότι αργά ή γρήγορα οι άνθρωποι θα αντιληφθούν την αλήθεια
- η εμπιστοσύνη σε κάποιον, στις δυνατότητές του ή στις προθέσεις του έχω πίστη σ' αυτόν τον άνθρωπο
-
η βεβαιότητα για την ύπαρξη του θεού και η εμπιστοσύνη σε αυτόν
Opposite: απιστία
- η ενεργός ένταξη σε μια θρησκεία δε με νοιάζει ποια είναι η πίστη σου
-
η συζυγική πίστη, η αποφυγή ερωτικής επαφής με άλλον άνθρωπο εκτός από τον/την σύζυγο
Opposite: απιστία
- το κλίμα εμπιστοσύνης που πρέπει να διέπει τις οικονομικές συναλλαγές η τραπεζική πίστη
Πίστη²
Where it comes from
Πίστη < πίστη / αρχαία ελληνική Πίστις
proper noun Πίστη · Πίστεις · Πίστης · Πίστεων
- γυναικείο όνομα
In English
- belief mental acceptance of a claim as truth
- creed that which is believed
- trust dependence upon something in the future; hope
- conviction firmly held belief
- faith feeling that something is true
- faithfulness the state of being faithful
Talk about this word "πίστη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AF%CF%83%CF%84%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026. πίστη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AF%CF%83%CF%84%CE%B7 "πίστη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AF%CF%83%CF%84%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πίστη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AF%CF%83%CF%84%CE%B7},
urldate = {2026-11-06}
}