παίζω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
παίζω
- ˈpe.zo
Sounds like πεζό
Where it comes from
παίζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική παίζω < παῖς < πρωτοελληνική *pā́wits < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *péh₂wids < *peh₂u-
verb παίζω · έπαιξα · παίζομαι · παίχτηκα · παίχθηκα · παιγμένος
- ψυχαγωγούμαι, διασκεδάζω με παιχνίδι τα παιδιά έπαιζαν και γελούσαν στο σοκάκι
- συμμετέχω σε ένα ομαδικό άθλημα Είναι κολλημένος με το σκάκι, το παίζει τέσσερα βράδια τη βδομάδα.
- χειρίζομαι μουσικό όργανο έμαθε μόνη της να παίζει κιθάρα
- αναπαράγω ποια ταινία παίζει απόψε (σ)το άλλο κανάλι;
-
συμμετέχω σε θεατρικό ή τηλεοπτικό έργο ως ηθοποιός
στο καινούργιο έργο του σκηνοθέτη παίζουν οι...
Similar: υποδύομαι
- δεν είμαι σταθερά προσαρμοσμένος στη θέση μου, αλλά μπορώ να κινηθώ ελαφρά γύρω από αυτήν, πάω πέρα δώθε Το μπράτσο της πολυθρόνας παίζει. Θέλει λίγη κόλλα ή μια βίδα για να στερεωθεί.
- παίζει: για κάτι ενδιαφέρον που συμβαίνει, συνήθως παρασκηνιακά δεν μπορεί αυτός να άλλαξε γνώμη έτσι ξαφνικά, κάτι παίζει εδώ
In English
Talk about this word "παίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026. παίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%AF%CE%B6%CF%89 "παίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%AF%CE%B6%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {παίζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%AF%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-06}
}