παγκοσμιοποίηση

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

παγκοσμιοποίηση

  • paŋ.ɡo.zmi.oˈpi.i.si

Where it comes from

παγκοσμιοποίηση < παγκόσμι(ος) + -ο- + -ποίηση, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική globalization

noun παγκοσμιοποίηση · παγκοσμιοποιήσεις · παγκοσμιοποίησης · παγκοσμιοποιήσεων

  1. πολιτική, οικονομία, κοινωνιολογία η ιστορική εξέλιξη που παρατηρείται κατά τις τελευταίες δεκαετίες (μετά το 1980) και που οδηγεί στην συνεχώς αυξανόμενη, πλην όμως κατευθυνόμενη αλληλεξάρτηση μεταξύ των χωρών της γης, σε επίπεδο αρχικά οικονομικό και στη συνέχεια τεχνολογικό και πολιτισμικό

Similar: διεθνής ολοκλήρωση, διεθνισμός

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"παγκοσμιοποίηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%BF%CF%83%CE%BC%CE%B9%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 8 Nov. 2026.

APA

παγκοσμιοποίηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 8, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%BF%CF%83%CE%BC%CE%B9%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7

Chicago

"παγκοσμιοποίηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 8, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%BF%CF%83%CE%BC%CE%B9%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {παγκοσμιοποίηση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%BF%CF%83%CE%BC%CE%B9%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-08}
}