παλιός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

παλιός¹

  • paˈʎos

Where it comes from

παλιός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική παλιός < αρχαία ελληνική παλαιός με συνίζηση για αποφυγή της χασμωδίας Δείτε και παλαιός

adjective παλιός · παλιά · παλιό · παλιού · παλιάς

  1. που ανάγεται στο παρελθόν (αλλά για ιστορικές εποχές, δείτε και παλαιός) ένας παλιός μου φίλος παντρεύεται και θα πάω στο γάμο
  2. για αντικείμενα που έχει κατασκευαστεί πριν από πολλά χρόνια και, συνήθως, έχει υποστεί τη φθορά του χρόνου είχαν στο σπίτι ένα παλιό πιάνο
  3. που χρησιμοποιούνταν ή ίσχυε στο παρελθόν και τώρα έχει αντικατασταθεί ή χρησιμοποιείται παράλληλα με κάτι άλλο νεότερο προς το οποίο και αντιτίθεται πούλησε το παλιό του αυτοκίνητο σε έναν γνωστό

    Opposite: καινούριος

  4. δείτε και τα ουσιαστικά: ο παλιός, τα παλιά

Παλιός²

Where it comes from

Παλιός < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Παλιός · Παλιοί · Παλιού · Παλιών · Παλιό · Παλιούς

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

  • old of an object, concept, etc: having existed for a relatively long period of time

Talk about this word

Cite this
MLA

"παλιός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

παλιός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%8C%CF%82

Chicago

"παλιός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {παλιός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}