παλιός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
παλιός¹
- paˈʎos
Where it comes from
παλιός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική παλιός < αρχαία ελληνική παλαιός με συνίζηση για αποφυγή της χασμωδίας Δείτε και παλαιός
adjective παλιός · παλιά · παλιό · παλιού · παλιάς
- που ανάγεται στο παρελθόν (αλλά για ιστορικές εποχές, δείτε και παλαιός) ένας παλιός μου φίλος παντρεύεται και θα πάω στο γάμο
- που έχει κατασκευαστεί πριν από πολλά χρόνια και, συνήθως, έχει υποστεί τη φθορά του χρόνου είχαν στο σπίτι ένα παλιό πιάνο
-
που χρησιμοποιούνταν ή ίσχυε στο παρελθόν και τώρα έχει αντικατασταθεί ή χρησιμοποιείται παράλληλα με κάτι άλλο νεότερο προς το οποίο και αντιτίθεται
πούλησε το παλιό του αυτοκίνητο σε έναν γνωστό
Opposite: καινούριος
- δείτε και τα ουσιαστικά: ο παλιός, τα παλιά
Παλιός²
Where it comes from
Παλιός < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Παλιός · Παλιοί · Παλιού · Παλιών · Παλιό · Παλιούς
- ανδρικό επώνυμο
In English
- old of an object, concept, etc: having existed for a relatively long period of time
Talk about this word "παλιός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. παλιός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%8C%CF%82 "παλιός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {παλιός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}