παλτό

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

παλτό

Where it comes from

παλτό < (άμεσο δάνειο) γαλλική paletot (προφορά: /palto/), απ' όπου και η ιταλική paltò < μέση αγγλική paltok

noun παλτό · παλτά · παλτού · παλτών

  1. ενδυμασία βαρύ και ζεστό ένδυμα για τον κορμό, μάλλινο ή γούνινο με μανίκια, που φοριέται πάνω από τα υπόλοιπα ρούχα ※ Πονούσε από τα χτυπήματα στο σώμα, αλλά αυτός το παλτό σκεφτόταν, πως το έκανε μαντάρα, και πως θα έπρεπε να το πάει στο καθαριστήριο , που σημαίνει ότι για μέρες θα κυκλοφορούσε με το κρύο χωρίς πανωφόρι, μόνο με το σακάκι. Χώρια που δεν ήταν σίγουρος αν θα έβγαινε η λαδιά από τη φασολάδα. (Κοσμά
  2. slang, αθλητισμός, αργκό αθλητής, συνήθως ακριβοπληρωμένος, ο οποίος δεν αποδίδει τα αναμενόμενα

Similar: επενδύτης, παρωχημένο, πανωφόρι

Thesaurus

In English

  • coat outer garment covering the upper torso and arms
  • overcoat garment
  • paletot A loose outer jacket, overcoat

Talk about this word

Cite this
MLA

"παλτό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BB%CF%84%CF%8C. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

παλτό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BB%CF%84%CF%8C

Chicago

"παλτό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BB%CF%84%CF%8C.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {παλτό},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BB%CF%84%CF%8C},
  urldate = {2026-11-06}
}