παννυχίδα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
παννυχίδα
- pa.niˈçi.ða
Where it comes from
παννυχίδα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παννυχίς από την αιτιατική «τὴν παννυχίδα» → δείτε απώτερη αρχή, οι αρχαίες λέξεις πᾶς& νύξ
:* ο εκκλησιαστικός όρος < μεσαιωνική σημασία
noun παννυχίδα · παννυχίδες · παννυχίδας · παννυχίδων
- ολονύκτια εορτή αρχαίων θρησκειών
- ολονύκτια ακολουθία που τελείται από την προηγούμενη μέρα χριστιανικής εορτής
-
βρασμένο στάρι με διάφορους καρπούς που «υψώνεται» τελετουργικά και ευλογείται σε εκκλησίες από τους συγγενείς κάποιου εορτάζοντα ή τον ίδιο τον εορτάζοντα
Similar: ύψωμα
-
ολονύκτιο γλέντι
Similar: νυχτέρι
Talk about this word "παννυχίδα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%BD%CF%85%CF%87%CE%AF%CE%B4%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. παννυχίδα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%BD%CF%85%CF%87%CE%AF%CE%B4%CE%B1 "παννυχίδα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%BD%CF%85%CF%87%CE%AF%CE%B4%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {παννυχίδα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%BD%CF%85%CF%87%CE%AF%CE%B4%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}