ύψωμα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ύψωμα

  • ˈi.pso.ma

Where it comes from

ύψωμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὕψωμα

:* για την εκκλησιαστική σημασία < υψών(ω) + -μα (κυριολεκτικά: το να υψώνω)

noun ύψωμα · υψώματα · υψώματος · υψωμάτων

  1. φυσική ή τεχνητή έξαρση του εδάφους ※ Το νερό των γκέυζερ είναι κατά ένα μέρος μετεωρικό και το άλλο νεαρό, δηλ. μαγματικής προέλευσης, όπως φαίνεται από τις ισοτοπικές συνθέσεις του C14. Μεταφέρει μεγάλες ποσότητες διαλυμένου υλικού, που το αποθέτει στην επιφάνεια σε υψώματα και αναβαθμίδες, το μεν ανθρακικό ως τραβερτίνη, το δε πυρι
  2. χριστιανισμός, εκκλησιαστικός όρος το αντίδωρο με τη σφραγίδα με το Σταυρό από το κέντρο ου πρόσφορου
  3. χριστιανισμός, εκκλησιαστικός όρος βρασμένο στάρι με διάφορους καρπούς που «υψώνεται» τελετουργικά και ευλογείται σε εκκλησίες από τους συγγενείς κάποιου εορτάζοντα ή τον ίδιο τον εορτάζοντα ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) εκφράσεις: «σηκώνω ύψωμα»: (εκκληστιαστικό) διαβάζω τελετουργικά σε εκκλησία βρασμένο στάρι με διάφορους καρπούς, που «υψώνεται» από τον ιερέα και ευλογείται προς τιμήν κάποιου που εορτάζει

    Similar: παννυχίδα

Talk about this word

Cite this
MLA

"ύψωμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%8D%CF%88%CF%89%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ύψωμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%8D%CF%88%CF%89%CE%BC%CE%B1

Chicago

"ύψωμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%8D%CF%88%CF%89%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ύψωμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%8D%CF%88%CF%89%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}