ύψωμα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ύψωμα
- ˈi.pso.ma
Where it comes from
ύψωμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὕψωμα
:* για την εκκλησιαστική σημασία < υψών(ω) + -μα (κυριολεκτικά: το να υψώνω)
noun ύψωμα · υψώματα · υψώματος · υψωμάτων
- φυσική ή τεχνητή έξαρση του εδάφους ※ Το νερό των γκέυζερ είναι κατά ένα μέρος μετεωρικό και το άλλο νεαρό, δηλ. μαγματικής προέλευσης, όπως φαίνεται από τις ισοτοπικές συνθέσεις του C14. Μεταφέρει μεγάλες ποσότητες διαλυμένου υλικού, που το αποθέτει στην επιφάνεια σε υψώματα και αναβαθμίδες, το μεν ανθρακικό ως τραβερτίνη, το δε πυρι
- το αντίδωρο με τη σφραγίδα με το Σταυρό από το κέντρο ου πρόσφορου
-
βρασμένο στάρι με διάφορους καρπούς που «υψώνεται» τελετουργικά και ευλογείται σε εκκλησίες από τους συγγενείς κάποιου εορτάζοντα ή τον ίδιο τον εορτάζοντα ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
εκφράσεις: «σηκώνω ύψωμα»: (εκκληστιαστικό) διαβάζω τελετουργικά σε εκκλησία βρασμένο στάρι με διάφορους καρπούς, που «υψώνεται» από τον ιερέα και ευλογείται προς τιμήν κάποιου που εορτάζει
Similar: παννυχίδα
Talk about this word "ύψωμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%8D%CF%88%CF%89%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. ύψωμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%8D%CF%88%CF%89%CE%BC%CE%B1 "ύψωμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%8D%CF%88%CF%89%CE%BC%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ύψωμα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%8D%CF%88%CF%89%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}