παντελόνι
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
παντελόνι
- pan.deˈlo.ni
Where it comes from
παντελόνι < (άμεσο δάνειο) ιταλική pantaloni (αρσενικό, πληθυντικός του pantalone, που θεωρήθηκε ενικός ουδέτερου) με τροπή άρθρωσης [a] > [e] λόγω της παρουσίας του υγρού [l] < γαλλική pantalon < βενετική Pantaleone από τον ομώνυμο χαρακτήρα Pantalone (Πανταλόνε) της ιταλικής κωμωδίας (commedia dell'arte) που φορούσε χαρακτηριστικό μακρύ παντελόνι < όνομα Pantaleon < αρχαία ελληνική Πανταλέων (αντιδάνειο)
noun παντελόνι · παντελόνια · παντελονιού · παντελονιών
- κάθε εξωτερικό ρούχο που καλύπτει χωριστά το κάθε πόδι (περισκελίδα) ※ Και δώσ’ του να μαζεύω όπως όπως το φαρδύ, ριχτό φουστανάκι ανάμεσα από τα πόδια μου, προσπαθώντας τσάτρα πάτρα να φτιάξω κάτι σαν μπατζάκι να γλιτώσω το έμπα-έβγα των πετούμενων, με το χαρούμενο σκυλογαταριό σε στενή συνοδεία, εννοείται. Και να’χω τον Αγγελο, με την παντελονάρα του, cool, μες στη
Similar: περισκελίδα, παρωχημένο
Thesaurus
noun
Similar: περισκελίδα, παρωχημένο
In English
- pants garment covering the body from the waist downwards
- pantaloons an article of clothing covering each leg separately
Talk about this word "παντελόνι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B5%CE%BB%CF%8C%CE%BD%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. παντελόνι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B5%CE%BB%CF%8C%CE%BD%CE%B9 "παντελόνι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B5%CE%BB%CF%8C%CE%BD%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {παντελόνι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B5%CE%BB%CF%8C%CE%BD%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}