παράγκα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

παράγκα

Where it comes from

παράγκα < μεσαιωνική ελληνική μπαράκα < ιταλική baracca < ισπανική barraca

noun παράγκα · παράγκες · παράγκας · παραγκών

  1. μικρή, πρόχειρη κατασκευή, από οτιδήποτε διαθέσιμο υλικό, που χρησιμεύει σαν αποθήκη ή σαν πρόχειρο κατάλυμα ※ Οι Τζιτζιφιές, η Καλλιθέα, του Χαροκόπου, στεγάσανε χιλιάδες πρόσφυγες, σε παράγκες τους πιο πολλούς. (Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ (1988) Από την άλλη όχθη του χρόνου [μυθιστόρημα])

    Similar: καλύβα

  2. slang, αργκό ομάδα ατόμων που προσυμφωνεί και προετοιμάζει το αποτέλεσμα αθλητικού αγώνα με σκοπό το παράνομο κέρδος

In English

  • shanty An old run-down house or shack

Talk about this word

Cite this
MLA

"παράγκα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B3%CE%BA%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

παράγκα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B3%CE%BA%CE%B1

Chicago

"παράγκα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B3%CE%BA%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {παράγκα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B3%CE%BA%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}