παράκληση
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
παράκληση
- paˈɾa.kli.si
Where it comes from
παράκληση < αρχαία ελληνική παράκλησις < παρακαλώ < παρά + καλέω / καλῶ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kelh₁- / *kl̥h₁- (καλώ, φωνάζω)
noun παράκληση · παρακλήσεις · παράκλησης · παρακλήσεων
- η διαδικασία, η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του παρακαλώ, η ευγενική και ικετευτική κλήση για βοήθεια, εξυπηρέτηση, χάρη, συνδρομή κ.λπ. άλλες μορφές: παρακάλεση, παρακάλεμα, παρακάλεσμα, παρακαλετό, παρακάλι, παρακάλιο
-
θρησκευτική ακολουθία
< υπώνυμα: μικρή παράκληση / μικρός παρακλητικός κανόνας, μεγάλη παράκληση / μεγάλος παρακλητικός κανόνας
Similar: παρακλητικός κανών, παρακλητικός κανόνας
Similar: αίτημα, αίτηση, απεύθυνση, δέηση, έκκληση, εκλιπάρηση, επίκληση, θερμοπαρακάλια, ικεσία, καθικέτευση, παρακάλι, παρακάλια, παρακάλιο, παρακάλεση, παρακάλεσμα, παρακαλετό
Thesaurus
noun
Similar: αίτημα, αίτηση, απεύθυνση, δέηση, έκκληση, εκλιπάρηση, επίκληση, θερμοπαρακάλια, ικεσία, καθικέτευση, παρακάλι, παρακάλια, παρακάλιο, παρακάλεση, παρακάλεσμα, παρακαλετό
In English
- invocation act or form of calling for the assistance or presence of some superior being
Talk about this word "παράκληση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. παράκληση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%83%CE%B7 "παράκληση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {παράκληση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}