ميكوين

παραλήπτης

Ελληνικά · المرادفات والأضداد

AI بكلمات بسيطة

جارٍ كتابة شرح قصير…

كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.

παραλήπτης

  • pa.ɾaˈli.ptis

من أين أتت

παραλήπτης < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή παραληπτής (εισπράκτορας φόρων) με μετακίνηση τόνου κατά τα -λήπτης & σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική receiver

اسم παραλήπτης · παραλήπτες · παραλήπτη · παραληπτών

  1. αυτός στον οποίο αποστέλλεται κάτι (πχ επιστολή) και πρέπει να το παραλάβει
  2. τηλεπικοινωνίες, δίκτυο υπολογιστών συσκευή που δέχεται και επεξεργάζεται σήμα, μήνυμα, πληροφορία, ροή δεδομένων (data stream), κλπ.

    مشابه: δέκτης, αποδέκτης · عكسها: πομπός, πηγή

بالإنجليزية

  • addressee person or organization to which something is addressed or sent
  • recipient one who receives
  • receiver person who receives
  • consignee The person to whom a shipment is to be delivered

تحدّث عن هذه الكلمة

استشهد بهذا
MLA

"παραλήπτης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BB%CE%AE%CF%80%CF%84%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

παραλήπτης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BB%CE%AE%CF%80%CF%84%CE%B7%CF%82

Chicago

"παραλήπτης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BB%CE%AE%CF%80%CF%84%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {παραλήπτης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BB%CE%AE%CF%80%CF%84%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}