παρορμητικός

Ελληνικά

AI Kwa maneno rahisi

Inaandika maelezo mafupi…

Imeandikwa na AI wa nyumbani kutokana na kipengele kilicho hapa chini, kwa lugha yako. Chanzo ni kipengele chenyewe.

παρορμητικός

  • pa.ɾoɾ.mi.tiˈkos

Limetoka wapi

παρορμητικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή παρορμητικός < αρχαία ελληνική παρορμάω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική impulsif)

kivumishi παρορμητικός · παρορμητική · παρορμητικό · παρορμητικού · παρορμητικής

  1. που έχει σχέση με την παρόρμηση, αναφέρεται σ’ αυτή ή γίνεται από παρόρμηση ※ Αν, όταν ήμουν παιδάκι, είχα μια κάποια ευκολία στη συγγραφή, πρέπει να σημειώσω πως, όταν παρήλθε η παρορμητική περίοδος της εφηβείας, προσπάθησα πάντα να αγωνιστώ κατά αυτής της ευκολίας. (Διαβάζω, τεύχη 414-419, 2001, σελ. 53)

Kwa Kiingereza

Zungumza kuhusu neno hili

Nukuu
MLA

"παρορμητικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%81%CE%BC%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

παρορμητικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%81%CE%BC%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"παρορμητικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%81%CE%BC%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {παρορμητικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%81%CE%BC%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}