παρωχημένος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
παρωχημένος
Where it comes from
παρωχημένος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παρῳχημένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος παροίχομαι. Για τη σημασία στη γραμματική, (ελληνιστική κοινή)
verb παρωχημένος · παρωχημένη · παρωχημένο · παρωχημένου · παρωχημένης
- ο αναγόμενος στο παρελθόν, στα περασμένα
-
που δε χρησιμοποιείται πια ή δεν ανταποκρίνεται στα σύγχρονα δεδομένα
παρωχημένη έκφραση, συσκευή παρωχημένης τεχνολογίας
Similar: ξεπερασμένος, απαρχαιωμένος
- ((γραμματική), για ρηματικούς χρόνους) συντελεσμένος
In English
Talk about this word "παρωχημένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CF%89%CF%87%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. παρωχημένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CF%89%CF%87%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82 "παρωχημένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CF%89%CF%87%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {παρωχημένος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CF%89%CF%87%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}