παστίς
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
παστίς
- paˈstis
Where it comes from
παστίς < (λόγιο δάνειο) γαλλική pastiche < ιταλική pasticcio < αρχαία ελληνική παστός: αντιδάνειο. Αναδανεισμός του παστίτσιο (δείτε την ετυμολογία του)
noun παστίς
- όπερα (ή άλλο μουσικό είδος) που γράφεται από δύο ή περισσότερους συνθέτες (ή με συρραφή παλαιότερων έργων του ίδιου συνθέτη), συνήθως με χιουμοριστικό ή ειρωνικό τρόπο
- έργο που προσπαθεί να μιμηθεί το ύφος ενός καλλιτέχνη, με σκοπό τη σάτιρα ή την παρωδία
Similar: παστίτσιο
Thesaurus
noun
Similar: παστίτσιο
Talk about this word "παστίς." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. παστίς. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AF%CF%82 "παστίς." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {παστίς},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}