ミクウィン

παστίτσιο

Ελληνικά

AI わかりやすく

短い説明を書いています…

下の項目をもとに、ハウスAIがあなたの言語で書きました。出典は項目そのものです。

παστίτσιο

  • paˈsti.t͡sço

由来

παστίτσιο < (άμεσο δάνειο) ιταλική pasticcio < δημώδης λατινική *pasticium < λατινική pasta < ελληνιστική κοινή παστά, ουδέτερο του παστός < αρχαία ελληνική πάσσω (αντιδάνειο)

:* για τη σημασία «παστίς» < λόγιο αντιδάνειο και αναδανεισμός στη σημασία της λέξης → δείτε τη λέξη παστίς ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))

名詞 παστίτσιο · παστίτσια · παστίτσιου · παστίτσιων

  1. γαστρονομία είδος φαγητού με μακαρόνια, κιμά και κάλυψη από μια στρώση μπεσαμέλ
  2. rare, σπάνιο συνώνυμο του γαλλικού παστίς κατά τον ιταλικό όρο

英語で

この単語について話す

引用する
MLA

"παστίτσιο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AF%CF%84%CF%83%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

παστίτσιο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AF%CF%84%CF%83%CE%B9%CE%BF

Chicago

"παστίτσιο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AF%CF%84%CF%83%CE%B9%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {παστίτσιο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AF%CF%84%CF%83%CE%B9%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}