παχυσαρκία

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

παχυσαρκία

  • pa.çi.saɾˈci.a

Where it comes from

παχυσαρκία < (παχυ-) παχύσαρκ(ος) + -ία

noun παχυσαρκία · παχυσαρκίες · παχυσαρκίας · παχυσαρκιών

  1. ιατρική η νόσος κατά την οποία υπάρχει υπερβολική εναπόθεση λίπους στο σώμα, σε τέτοιο βαθμό ώστε να επηρεάζεται αρνητικά η υγεία ※ Σύμφωνα πάντα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, ως παχυσαρκία και υπερβαρότητα χαρακτηρίζονται οι καταστάσεις αυξημένης συσσώρευσης λίπους στο σώμα σε βαθμό που να αποτελούν απειλή για την υγεία του οργανισμού. (Παχυσαρκία - Υπερβαρότητα, ΓΕΜAτο Διατροφή, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιo, ανάκτηση 18/5/20
  2. το υπερβολικό σωματικό βάρος έρευνες έχουν δείξει ότι η παχυσαρκία αυξάνει την πίεση του αίματος

Similar: πάχος

Thesaurus

noun

Similar: πάχος

In English

  • obesity act or state of being obese

Talk about this word

Cite this
MLA

"παχυσαρκία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%87%CF%85%CF%83%CE%B1%CF%81%CE%BA%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

παχυσαρκία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%87%CF%85%CF%83%CE%B1%CF%81%CE%BA%CE%AF%CE%B1

Chicago

"παχυσαρκία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%87%CF%85%CF%83%CE%B1%CF%81%CE%BA%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {παχυσαρκία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%87%CF%85%CF%83%CE%B1%CF%81%CE%BA%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}