πεζογραφία

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πεζογραφία

  • pe.zo.ɣɾaˈfi.a

Where it comes from

πεζογραφία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πεζογραφία < πεζογράφος < αρχαία ελληνική πεζός + γράφω. Μορφολογικά αναλύεται σε πεζο- + -γραφία

noun πεζογραφία · πεζογραφίες · πεζογραφίας · πεζογραφιών

  1. φιλολογία, λογοτεχνία η τέχνη του πεζού λόγου

    Similar: πρόζα · Opposite: ποίηση

  2. το σύνολο λογοτεχνικών έργων ενός συγγραφέα, μιας σχολής, μιας χώρας κ.λπ. ※ Εγώ αγκαλά και να αγροικούσα κομμάτι την ελληνικήν πεζογραφίαν μού εφάνη κατά πρώτην φοράν ο Όμηρος κατά πολλά δύσκολος, αλλά ενοστιμεύθηκα πολύ τους στίχους και δεν έκανα άλλο παρά να τους εκφωνώ μοναχή μου.

In English

  • prose written language not intended as poetry

Talk about this word

Cite this
MLA

"πεζογραφία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%B6%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πεζογραφία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%B6%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AF%CE%B1

Chicago

"πεζογραφία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%B6%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πεζογραφία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%B6%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}