πεζός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πεζός¹

  • peˈzos

Where it comes from

πεζός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πεζός

adjective πεζός · πεζή · πεζό · πεζού · πεζής

  1. που κινείται με τα πόδια

noun πεζός · πεζή · πεζό · πεζού · πεζής

  1. που κινείται με τα πόδια, σε αντίθεση με τους εποχούμενους

adjective πεζός · πεζή · πεζό · πεζού · πεζής

  1. λογοτεχνία που δεν είναι ποιητικός πεζός λόγος
  2. figuratively, μεταφορικά που χαρακτηρίζεται από έλλειψη πρωτοτυπίας
  3. letter, γράμμα όχι κεφαλαίο (μικρογράμματη γραφή) ※ Κι εξώφυλλο λευκό, γλασέ, μὲ κόκκινα καὶ μαῦρα γράμματα κομψότατα - τὰ « πεζά » μάλιστα τοῦ τίτλου - καὶ μὲ τὸ θαυμάσιο, τὸ κλασικὸ ἐκεῖνο σκίτσο τοῦ Ρούμπου, τυπωμένο κι' αὐτὸ διχρωμικά. (Ο βιβλιόφιλος, τόμοι 1-5, εκδ. Βιβλιοπωλείων, σελ. 4)

    Similar: μικρός

  4. στρατιωτικός όρος χερσαίος

Πεζός²

Where it comes from

Πεζός < πεζός

proper noun Πεζός · Πεζοί · Πεζού · Πεζών · Πεζό · Πεζούς

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

  • prosaic pertaining to or having the characteristics of prose
  • pedestrian somebody walking rather than using a vehicle
  • mundane ordinary

Talk about this word

Cite this
MLA

"πεζός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%B6%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

πεζός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%B6%CF%8C%CF%82

Chicago

"πεζός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%B6%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πεζός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%B6%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}