πειρατικός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πειρατικός

Where it comes from

πειρατικός < ελληνιστική κοινή πειρατικός < πειρᾱτής < πεῖρα < πρωτοελληνική *peřřa < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pér-ih₂ / *pr̥-yéh₂s < *per- (προσπαθώ, ρισκάρω)

adjective πειρατικός · πειρατική · πειρατικό · πειρατικού · πειρατικής

  1. literally, κυριολεκτικά, ναυτικός όρος που έχει σχέση με τους πειρατές ή την πειρατεία ή αναφέρεται σ’ αυτά

    Similar: κουρσάρικος · Opposite: αντιπειρατικός

  2. familiar, figuratively, μεταφορικά, προφορικό παράνομος, λαθραίος, ευκαιριακός
  3. figuratively, neologism, πληροφορική, μεταφορικά, νεολογισμός συνώνυμο του σπασμένος ※ Έξι στα δέκα προγράμματα λογισμικού που χρησιμοποιούνται σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές είναι «πειρατικά». (www.tovima.gr, 21.07.2008)

    Opposite: αυθεντικός, γνήσιος

In English

  • pirate illegal imitated or reproduced

Talk about this word

Cite this
MLA

"πειρατικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πειρατικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"πειρατικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πειρατικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}