πελατεία
Ελληνικά
AI Kwa maneno rahisi
Inaandika maelezo mafupi…
Imeandikwa na AI wa nyumbani kutokana na kipengele kilicho hapa chini, kwa lugha yako. Chanzo ni kipengele chenyewe.
πελατεία
- pe.laˈti.a
Limetoka wapi
πελατεία < πελάτ(ης) + -εία < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική clientèle
nomino πελατεία · πελατείες · πελατείας · πελατειών
- οι καταναλωτές ή οι αγοραστές των προϊόντων ενός καταστήματος, μιας επιχείρησης κ.λπ. ή οι άνθρωποι που χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες ενός ελεύθερου επαγγελματία γιατρός με πελατεία από το χώρο των ηθοποιών
- οι άνθρωποι που υποστηρίζουν κάποιον με σκοπό να τους ανταποδώσει διάφορες εξυπηρετήσεις εκλογική πελατεία : οι ψηφοφόροι ενός υποψηφίου ή ενός κόμματος που δίνουν την ψήφο τους με αντάλλαγμα διάφορες εξυπηρετήσεις
Kwa Kiingereza
Zungumza kuhusu neno hili "πελατεία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CF%84%CE%B5%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. πελατεία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CF%84%CE%B5%CE%AF%CE%B1 "πελατεία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CF%84%CE%B5%CE%AF%CE%B1.Nukuu
@misc{micwyn_2026,
title = {πελατεία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CF%84%CE%B5%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}