περίπτωση

Ελληνικά

AI Nói đơn giản

Đang viết một lời giải thích ngắn…

Do một AI thường trú viết từ mục từ bên dưới, bằng ngôn ngữ của bạn. Nguồn chính là mục từ đó.

περίπτωση

Nó đến từ đâu

περίπτωση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή περίπτωσις (τυχαίο γεγονός) < αρχαία ελληνική περίπτωσις (εμπειρία) < περιπίπτω < περι- + πίπτω

danh từ περίπτωση · περιπτώσεις · περίπτωσης · περιπτώσεων

  1. το σύνολο συνθηκών και γεγονότων που χαρακτηρίζουν την κατάσταση κάποιου ή κάτι Η Κύπρος είναι μοναδική περίπτωση, οι όποιες οικονομικές δυσκολίες του νησιού διαφέρουν σημαντικά από αυτές της Ελλάδας.
  2. πιθανότητα Υπάρχει περίπτωση να σε χρειαστώ αύριο. Θα μπορέσεις;
  3. για άνθρωπο με ιδιαίτερες ικανότητες ή ελαττώματα ιδιαίτερος άνθρωπος, ξεχωριστός Τελείωσε το διδακτορικό του μόλις σε έναν χρόνο. Ο άνθρωπος είναι περίπτωση!

Bằng tiếng Anh

  • case actual event, situation, or fact
  • instance recurring occasion, case

Trò chuyện về từ này

Trích dẫn
MLA

"περίπτωση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AF%CF%80%CF%84%CF%89%CF%83%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

περίπτωση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AF%CF%80%CF%84%CF%89%CF%83%CE%B7

Chicago

"περίπτωση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AF%CF%80%CF%84%CF%89%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {περίπτωση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AF%CF%80%CF%84%CF%89%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-06}
}