περγαμηνή
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
περγαμηνή
- peɾ.ɣa.miˈni
Where it comes from
περγαμηνή < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή Περγαμηνή, θηλυκό του Περγαμηνός < Πέργαμος (Μικρασιατική πόλη, όπου κατασκευάζονταν περγαμηνές)
:* (για το πτυχίο) < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική parchemin
:* Δείτε και το επίθετο περγαμηνός.
noun περγαμηνή · περγαμηνές · περγαμηνής · περγαμηνών
- δέρμα κατεργασμένο έτσι, ώστε να μπορεί κανείς να γράψει πάνω σε αυτό
- το έγγραφο που είναι γραμμένο σε αυτή τη γραφική ύλη
- τα πτυχία και οι τιμητικές διακρίσεις ενός επιστήμονα
adjective περγαμηνή · περγαμηνές · περγαμηνής · περγαμηνών
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περγαμηνός
In English
Talk about this word "περγαμηνή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B1%CE%BC%CE%B7%CE%BD%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026. περγαμηνή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B1%CE%BC%CE%B7%CE%BD%CE%AE "περγαμηνή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B1%CE%BC%CE%B7%CE%BD%CE%AE.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {περγαμηνή},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B1%CE%BC%CE%B7%CE%BD%CE%AE},
urldate = {2026-11-07}
}