περπατάω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
περπατάω
- peɾ.paˈta.o
Where it comes from
περπατάω < περπατ(ώ) + -άω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική περπατῶ < αρχαία ελληνική περιπατῶ < περι- + πατῶ
verb περπατάω · περπατώ · περπάτησα · περπατιέμαι · περπατήθηκα · περπατημένος
-
χρησιμοποιώ τα πόδια μου για να κινηθώ ούτε γρήγορα, ούτε αργά
※ Την ενοχλούσαν όλα. Οι μύγες που πετούσαν, τα μυρμήγκια που περπατούσαν και η άμμος που έμπαινε από τις χαραμάδες όταν φυσούσε το χαμσίνι, ο δυνατός άνεμος της ερήμου. (Ευγενία Φακίνου, Έρως, Θέρως, Πόλεμος, εκδ. Καστανιώτη, 2003)
Similar: βαδίζω
- εξελίσσομαι, προχωράω καλά
Similar: βαδίζω, πεζοπορώ, περιδιαβάζω, σεργιανάω, σουλατσάρω
Thesaurus
verb
Similar: βαδίζω, πεζοπορώ, περιδιαβάζω, σεργιανάω, σουλατσάρω
In English
- walk to move on the feet
Talk about this word "περπατάω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. περπατάω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%89 "περπατάω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {περπατάω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}