πλαίσιο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πλαίσιο

  • ˈple.si.o

Where it comes from

πλαίσιο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πλαίσιον

:* η μεταφορική σημασία < σημασιολογικό δάνειο από τη γερμανική Rahmen (κατά τα όρια)

noun πλαίσιο · πλαίσια · πλαισίου · πλαίσιου · πλαισίων

  1. αυτό που βρίσκεται γύρω γύρω από κάτι, περιθώριο
  2. τεχνικός όρος ξύλινος, μεταλλικός κ.λπ. σκελετός, που βρίσκεται γύρω από κάτι για συγκράτηση, στερέωση, προφύλαξη κ.λπ.
  3. figuratively, μεταφορικά πλαίσιο / πλαίσια: τα όρια ή τα νομικά και άλλα πλέγματα και συνθήκες που καθορίζουν και ρυθμίζουν κάτι ※ Λύση στα πλαίσια της υπάρχουσας σύμβασης κατασκευής του μετρό της Αθήνας είναι αποφασισμένο να δώσει το ΥΠΕΧΩΔΕ προκειμένου να προχωρήσει το έργο, οι εργασίες του οποίου καθυστερούν λόγω πρόσθετων οικονομικών απαιτήσεων της αναδόχου κοινοπραξίας. (@tovima.gr)

In English

  • case outer covering or framework of a piece of apparatus
  • box rectangular border around an image, text, etc.
  • context circumstances or settings
  • frame chunk of data
  • framework the arrangement of support beams that represent a buildings general shape and si

Talk about this word

Cite this
MLA

"πλαίσιο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B1%CE%AF%CF%83%CE%B9%CE%BF. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

πλαίσιο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B1%CE%AF%CF%83%CE%B9%CE%BF

Chicago

"πλαίσιο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B1%CE%AF%CF%83%CE%B9%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πλαίσιο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B1%CE%AF%CF%83%CE%B9%CE%BF},
  urldate = {2026-11-06}
}