πλαίσιο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πλαίσιο
- ˈple.si.o
Where it comes from
πλαίσιο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πλαίσιον
:* η μεταφορική σημασία < σημασιολογικό δάνειο από τη γερμανική Rahmen (κατά τα όρια)
noun πλαίσιο · πλαίσια · πλαισίου · πλαίσιου · πλαισίων
- αυτό που βρίσκεται γύρω γύρω από κάτι, περιθώριο
- ξύλινος, μεταλλικός κ.λπ. σκελετός, που βρίσκεται γύρω από κάτι για συγκράτηση, στερέωση, προφύλαξη κ.λπ.
- πλαίσιο / πλαίσια: τα όρια ή τα νομικά και άλλα πλέγματα και συνθήκες που καθορίζουν και ρυθμίζουν κάτι ※ Λύση στα πλαίσια της υπάρχουσας σύμβασης κατασκευής του μετρό της Αθήνας είναι αποφασισμένο να δώσει το ΥΠΕΧΩΔΕ προκειμένου να προχωρήσει το έργο, οι εργασίες του οποίου καθυστερούν λόγω πρόσθετων οικονομικών απαιτήσεων της αναδόχου κοινοπραξίας. (@tovima.gr)
In English
Talk about this word "πλαίσιο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B1%CE%AF%CF%83%CE%B9%CE%BF. Accessed 6 Nov. 2026. πλαίσιο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B1%CE%AF%CF%83%CE%B9%CE%BF "πλαίσιο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B1%CE%AF%CF%83%CE%B9%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πλαίσιο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B1%CE%AF%CF%83%CE%B9%CE%BF},
urldate = {2026-11-06}
}