πλατεία

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πλατεία

  • plaˈti.a

Where it comes from

πλατεία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πλατεῖα (ελληνιστική φράση «πλατεῖα ὁδός»), ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου πλατύς

:* για τον ανοιχτό χώρο: λόγιο ενδογενές δάνειο: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική place < λατινική platea < αρχαία ελληνική πλατεῖα (αντιδάνειο) Δείτε και το συνώνυμο πιάτσα από τα ιταλικά.

:* για την πλατεία θεάτρου < (αντιδάνειο): (σημασιολογικό δάνειο) ιταλική platea < λατινική platea < αρχαία ελληνική πλατεῖα.

noun πλατεία · πλατείες · πλατείας · πλατειών

  1. πολεοδομία επίπεδος, διαμορφωμένος χώρος μέσα σε κατοικημένη περιοχή που περιβάλλεται από κτίρια ή και δρόμους

    Similar: πιάτσα

  2. θέατρο, αρχιτεκτονική τμήμα του θεάτρου μπροστά από τη σκηνή όπου κάθονται οι θεατές, διαφορετικό από τα θεωρεία και τον εξώστη
  3. figuratively, συνεκδοχικά οι θεατές της πλατείας Ο εξώστης σφύριζε και γιουχάιζε, ενώ η πλατεία χειροκροτούσε.

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"πλατεία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B1%CF%84%CE%B5%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πλατεία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B1%CF%84%CE%B5%CE%AF%CE%B1

Chicago

"πλατεία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B1%CF%84%CE%B5%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πλατεία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B1%CF%84%CE%B5%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}