πλευρά
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πλευρά¹
- pleˈvɾa
Where it comes from
πλευρά < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πλευρά. Δείτε και τον παράλληλο τύπο το πλευρό (ουδέτερο).
:* για τη μεταφορική σημασία < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική côté ή από την αγγλική side
noun πλευρά · πλευρές · πλευράς · πλευρών
- ένα ευθύγραμμο τμήμα ενός επίπεδου γεωμετρικού σχήματος ο κύκλος δεν έχει πλευρές
- ένα επίπεδο τμήμα της εξωτερικής επιφάνειας ενός στερεού σώματος πόσες πλευρές έχει ένας κύλινδρος;
- το μέρος της εξωτερικής επιφάνειας ενός στερεού σώματος που φαίνεται από μία συγκεκριμένη οπτική γωνία η σκοτεινή πλευρά της Σελήνης
- η μία από τις δύο περιοχές μίας επιφάνειας ή χώρου που ορίζονται από μία (νοητή) γραμμή στην Κύπρο οδηγούν στη αριστερή πλευρά του δρόμου
- οπτική γωνία, άποψη, όψη να δούμε όλες τις πλευρές του θέματος
- η αντίθετη άποψη οφείλεις πάντα να ακούς και την άλλη πλευρά
- καθένα από τα οστά που βρίσκονται στο πλάγιο μέρος του θώρακα των θηλαστικών ζώων
noun πλευρά · πλευρές · πλευράς · πλευρών
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλευρό
Πλευρά²
Where it comes from
Πλευρά < γενική ενικού του αρσενικού Πλευράς
proper noun Πλευρά · Πλευράς · Plevra
- γυναικείο επώνυμο
In English
Talk about this word "πλευρά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%81%CE%AC. Accessed 6 Nov. 2026. πλευρά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%81%CE%AC "πλευρά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%81%CE%AC.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πλευρά},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%81%CE%AC},
urldate = {2026-11-06}
}