πλεχτός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πλεχτός
- pleˈxtos
Where it comes from
πλεχτός < κληρονομημένο από την αρχαία ελληνική πλεκτός με ανομοίωση της άρθρωσης [kt] > [xt]. Συγκρίνετε με το πλεκτός.
adjective πλεχτός · πλεχτή · πλεχτό · πλεχτού · πλεχτής
- άλλη μορφή του πλεκτός ※ Κοσμηματοπωλεία, παλαιοπωλεία, υφασματοπωλεία, μαγαζιά που πουλούσαν πολύχρωμες μαντίλες, άλλα με δερμάτινα ρούχα και τζιν, με διακοσμητικά πήλινα πιάτα τοίχου, με πλεχτές τσάντες, χριστιανικές εικόνες, γκραβούρες με τοπία της Πόλης, τάβλια, πολύχρωμες λάμπες, πολυελαίους και φανάρια· υπήρχαν και
Talk about this word "πλεχτός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B5%CF%87%CF%84%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. πλεχτός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B5%CF%87%CF%84%CF%8C%CF%82 "πλεχτός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B5%CF%87%CF%84%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πλεχτός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B5%CF%87%CF%84%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}