πλημμύρα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πλημμύρα
- pliˈmi.ɾa
Where it comes from
πλημμύρα < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή πλήμυρα με μετακίνηση τόνου. Η γραφή με δύο μ των ομόρριζων αρχαιοελληνικών λέξεων απαντάται σε πολλούς κώδικες και δικαιολογείται ως προϊόν παρετυμολόγησης από το πλήν + μύρομαι (δείτε στις Πηγές το Liddell-Scott στο λήμμα πλημυρίς). Το λεξικό Μπαμπινιώτη προτείνει την γραφή και των νεοελληνικών ομόρριζων λέξεων με ένα μ ως ετυμολογικά ορθή.
noun πλημμύρα · πλημμύρες · πλημμύρας · πλημμυρών
- η υπερχείλιση ποταμού ή λίμνης με αποτέλεσμα το νερό να καλύπτει χερσαίες περιοχές
- η ραγδαία βροχή που καλύπτει με νερό μια έκταση Υπάρχει κίνδυνος για πλημμύρες τις επόμενες μέρες.
- η, συνήθως ανεπιθύμητη, κάλυψη μιας επιφάνειας ή ενός χώρου με νερό
-
η πληθώρα, η αφθονία από πράγματα
πλημμύρα τηλεγραφημάτων
Similar: πλησμονή, υπεραφθονία · Opposite: έλλειψη, σπανιότητα
In English
- flood overflow of water
Talk about this word "πλημμύρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B7%CE%BC%CE%BC%CF%8D%CF%81%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. πλημμύρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B7%CE%BC%CE%BC%CF%8D%CF%81%CE%B1 "πλημμύρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B7%CE%BC%CE%BC%CF%8D%CF%81%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πλημμύρα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B7%CE%BC%CE%BC%CF%8D%CF%81%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}