米克温

πληρώνω

Ελληνικά

AI 通俗地说

正在写简短说明……

由驻站 AI 根据下面的词条用你的语言写成。来源是词条本身。

πληρώνω

它从哪里来

πληρώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πληρώνω < αρχαία ελληνική πληρ(όω) (γεμίζω, ξεπληρώνω) + -ώνω. Η σύγχρονη σημασία, ελληνιστική.

动词 πληρώνω · πλήρωσα · πληρώνομαι · πληρώθηκα · πληρωμένος

  1. καταβάλλω χρήματα ως αμοιβή σε έναν εργαζόμενο ή για την αγορά αγαθών ή υπηρεσιών ή την εξόφληση οικονομικών υποχρεώσεων
  2. figuratively, μεταφορικά δίνω το αντάλλαγμα για κάτι που απέκτησα πλήρωσε την επιτυχία του στις εξετάσεις πολύ ακριβά: έπαθε υπερκόπωση και έκανε μήνες να συνέλθει
  3. υφίσταμαι τις συνέπειες των (κακών) πράξεών μου θα μου το πληρώσεις ακριβά αυτό που μου έκανες (θα σε εκδικηθώ)
  4. ανταποδίδω κάτι καλό ή κακό

英语

  • pay to give money in exchange for goods or services
  • supply to fill up, or keep full

讨论这个词

引用
MLA

"πληρώνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B7%CF%81%CF%8E%CE%BD%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

πληρώνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B7%CF%81%CF%8E%CE%BD%CF%89

Chicago

"πληρώνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B7%CF%81%CF%8E%CE%BD%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πληρώνω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B7%CF%81%CF%8E%CE%BD%CF%89},
  urldate = {2026-11-06}
}