πληρώνω
Ελληνικά
AI 通俗地说
正在写简短说明……
由驻站 AI 根据下面的词条用你的语言写成。来源是词条本身。
πληρώνω
它从哪里来
πληρώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πληρώνω < αρχαία ελληνική πληρ(όω) (γεμίζω, ξεπληρώνω) + -ώνω. Η σύγχρονη σημασία, ελληνιστική.
动词 πληρώνω · πλήρωσα · πληρώνομαι · πληρώθηκα · πληρωμένος
- καταβάλλω χρήματα ως αμοιβή σε έναν εργαζόμενο ή για την αγορά αγαθών ή υπηρεσιών ή την εξόφληση οικονομικών υποχρεώσεων
- δίνω το αντάλλαγμα για κάτι που απέκτησα πλήρωσε την επιτυχία του στις εξετάσεις πολύ ακριβά: έπαθε υπερκόπωση και έκανε μήνες να συνέλθει
- υφίσταμαι τις συνέπειες των (κακών) πράξεών μου θα μου το πληρώσεις ακριβά αυτό που μου έκανες (θα σε εκδικηθώ)
- ανταποδίδω κάτι καλό ή κακό
英语
讨论这个词 "πληρώνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B7%CF%81%CF%8E%CE%BD%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026. πληρώνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B7%CF%81%CF%8E%CE%BD%CF%89 "πληρώνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B7%CF%81%CF%8E%CE%BD%CF%89.引用
@misc{micwyn_2026,
title = {πληρώνω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B7%CF%81%CF%8E%CE%BD%CF%89},
urldate = {2026-11-06}
}