πλοίαρχος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πλοίαρχος¹
- ˈpli.ar.xos
Where it comes from
πλοίαρχος < πλοί(ο) + -αρχος (άρχω)
noun πλοίαρχος · πλοίαρχοι · πλοιάρχου · πλοίαρχου · πλοιάρχων · πλοίαρχο
- ο κυβερνήτης ενός πλοίου, ο καπετάνιος
- ανώτερος αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού ή του Λιμενικού Σώματος με βαθμό ανώτερο του αντιπλοιάρχου και κατώτερο του αρχιπλοιάρχου
- o ανώτατος αξιωματικός του Εμπορικού Ναυτικού
Πλοίαρχος²
Where it comes from
Πλοίαρχος < πλοίαρχος
proper noun Πλοίαρχος · Πλοίαρχοι · Πλοίαρχου · Πλοίαρχων · Πλοίαρχο · Πλοίαρχους
- ανδρικό επώνυμο
In English
Talk about this word "πλοίαρχος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%BF%CE%AF%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. πλοίαρχος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%BF%CE%AF%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%BF%CF%82 "πλοίαρχος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%BF%CE%AF%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πλοίαρχος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%BF%CE%AF%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}