πνίγω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πνίγω
- ˈpni.ɣo
Where it comes from
πνίγω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πνίγω
verb πνίγω · έπνιξα · πνίγομαι · πνίγηκα · πνίχτηκα · πνιγμένος
- προκαλώ το θάνατο κάποιου με ασφυξία είτε βυθίζοντας τον και κρατώντας μέσα σε νερό ή άλλο υγρό είτε χρησιμοποιώντας δηλητηριώδη αέρια ή άλλο μέσο Τον έπνιξαν με μαξιλάρι.
- προκαλώ ή παθαίνω δύσπνοια Μας πνίγουν τα καυσαέρια.
- στραγγαλίζω Την έπνιξε με τα ίδια του τα χέρια.
- προκαλώ από αμέλεια ή με σκοπιμότητα τον πνιγμό κάποιου στη θάλασσα Το πλοίο βούλιαξε και όλο το πλήρωμα πνίγηκε.
- καταπιέζω ※ Τὸ χέρι ὁποὺ προσφέρετε // ὡς προστασίας σημεῖον // εἰς ξένον ἔθνος, ἔπνιξε // καὶ πνίγει τοὺς λαούς σας, // πάλαι, καὶ ἀκόμα.
- στενοχωρώ πολύ Με πνίγει η αδικία.
In English
Talk about this word "πνίγω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BD%CE%AF%CE%B3%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026. πνίγω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BD%CE%AF%CE%B3%CF%89 "πνίγω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BD%CE%AF%CE%B3%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πνίγω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BD%CE%AF%CE%B3%CF%89},
urldate = {2026-11-06}
}