πνίγω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πνίγω

  • ˈpni.ɣo

Where it comes from

πνίγω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πνίγω

verb πνίγω · έπνιξα · πνίγομαι · πνίγηκα · πνίχτηκα · πνιγμένος

  1. προκαλώ το θάνατο κάποιου με ασφυξία είτε βυθίζοντας τον και κρατώντας μέσα σε νερό ή άλλο υγρό είτε χρησιμοποιώντας δηλητηριώδη αέρια ή άλλο μέσο Τον έπνιξαν με μαξιλάρι.
  2. προκαλώ ή παθαίνω δύσπνοια Μας πνίγουν τα καυσαέρια.
  3. στραγγαλίζω Την έπνιξε με τα ίδια του τα χέρια.
  4. προκαλώ από αμέλεια ή με σκοπιμότητα τον πνιγμό κάποιου στη θάλασσα Το πλοίο βούλιαξε και όλο το πλήρωμα πνίγηκε.
  5. figuratively, μεταφορικά καταπιέζω ※ Τὸ χέρι ὁποὺ προσφέρετε // ὡς προστασίας σημεῖον // εἰς ξένον ἔθνος, ἔπνιξε // καὶ πνίγει τοὺς λαούς σας, // πάλαι, καὶ ἀκόμα.
  6. figuratively, μεταφορικά στενοχωρώ πολύ Με πνίγει η αδικία.

In English

  • drown to deprive of life by immersion in liquid
  • choke prevent someone from breathing by strangling them
  • smother to suffocate

Talk about this word

Cite this
MLA

"πνίγω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BD%CE%AF%CE%B3%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

πνίγω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BD%CE%AF%CE%B3%CF%89

Chicago

"πνίγω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BD%CE%AF%CE%B3%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πνίγω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BD%CE%AF%CE%B3%CF%89},
  urldate = {2026-11-06}
}