ποικίλος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ποικίλος

  • piˈci.los

Where it comes from

ποικίλος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ποικίλος

adjective ποικίλος · ποικίλη · ποικίλο · ποικίλου · ποικίλης

  1. που παρουσιάζει ή εμφανίζει ποικιλία, έχει πολλά διαφορετικά χαρακτηριστικά ※ Αυτό, πιστεύουμε, είναι μια βασική διαφορά και επιβεβαιώνει τις υποψίες μας για ωραιοποίηση των ποικίλων καταστάσεων που βιώνει το παιδί. Αυτή βέβαια η ωραιοποίηση δεν είναι χωρίς κινδύνους, εφόσον δημιουργεί μια επίπλαστη και ιδεατή εικόνα για τον κόσμο στον οποίο ζούμε. (Γεώργιος Δ. Παπαντωνάκης

    Similar: πολύμορφος

  2. που είναι διακοσμημένος με πολλά στολίδια

    Similar: πλουμιστός, στολισμένος

In English

  • variegated streaked or spotted with a variety of colours
  • varied diverse or miscellaneous

Talk about this word

Cite this
MLA

"ποικίλος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%AF%CE%BB%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ποικίλος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%AF%CE%BB%CE%BF%CF%82

Chicago

"ποικίλος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%AF%CE%BB%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ποικίλος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%AF%CE%BB%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}