πολίτικος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πολίτικος¹

  • polˈi.ti.kos

Sounds like πολιτικός

Where it comes from

πολίτικος < Πολίτης + -ικος < Πόλη < Κωνσταντινούπολη

adjective πολίτικος · πολίτικη · πολίτικο · πολίτικου · πολίτικης

  1. που αναφέρεται ή ανήκει στην Κωνσταντινούπολη ※ Πιάτο της γιορτής από τα τέλη κιόλας του 19^(ου) αιώνα, το πολίτικο, αλλά και το ελλαδίτικο ροσμπίφ φορά την κόκκινη σάλτσα της ντομάτας και παντρεύεται με χοντρό μακαρόνι, αγνοώντας τη μέτρια ψημένη με αρωματικά στον φούρνο εκδοχή του εγγλέζου προγόνου του. (εφ. Το Βήμα, 22.12.2011)

Πολίτικος²

Where it comes from

Πολίτικος < πολίτικος

proper noun Πολίτικος · Πολίτικοι · Πολίτικου · Πολίτικων · Πολίτικο · Πολίτικους

  1. ανδρικό επώνυμο

Talk about this word

Cite this
MLA

"πολίτικος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πολίτικος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%82

Chicago

"πολίτικος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πολίτικος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}