ミクウィン

πολιτικός

Ελληνικά

AI わかりやすく

短い説明を書いています…

下の項目をもとに、ハウスAIがあなたの言語で書きました。出典は項目そのものです。

πολιτικός¹

  • po.li.tiˈkos

同じ発音 πολίτικος

由来

πολιτικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πολιτικός < πόλις

形容詞 πολιτικός · πολιτική · πολιτικό

  1. που αφορά στην πολιτική η πολιτική σκηνή, τα πολιτικά πράγματα, πολιτικός διάλογος
  2. που χαρακτηρίζει τους πολίτες και όχι τους στρατιωτικούς εμφανίστηκε με πολιτικά ρούχα

名詞 πολιτικός · πολιτικοί · πολιτικού · πολιτικών · πολιτικό

  1. επάγγελμα που ασχολείται επαγγελματικά με την πολιτική

Πολιτικός²

由来

Πολιτικός < αρχαία ελληνική Πολιτικός

固有名詞 Πολιτικός · Πολιτικοί · Πολιτικού · Πολιτικών · Πολιτικό · Πολιτικούς

  1. ανδρικό επώνυμο

英語で

  • political concerning or relating to politics
  • civil related to people and government office as opposed to military or religion
  • politician one engaged in politics

この単語について話す

引用する
MLA

"πολιτικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πολιτικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"πολιτικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πολιτικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}