πολιορκία

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πολιορκία

  • po.li.oɾˈci.a

Where it comes from

πολιορκία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πολιορκία

noun πολιορκία · πολιορκίες · πολιορκίας · πολιορκιών

  1. ο αποκλεισμός μιας οχυρωμένης θέσης με στρατιωτικές δυνάμεις που παρεμποδίζουν την είσοδο τροφίμων, νερού και άλλων ειδών πρώτης ανάγκης στη θέση αυτή, με σκοπό να αναγκάσουν τους κατοίκους της να παραδώσουν την κυριαρχία στους πολιορκητές ※ Λέγεται πως αν δεν ήταν ο Καπιτζίμπασης θα είχε διαλυθεί η πολιορκία του Μεσολογγίου. Αν δεν έβλεπαν οι εχθροί που το πολιορκούν την πρόοδο του Ιμπραήμ δεν θα μπορούσαν να τους κρατήσουν στο Μεσολόγγι.
  2. figuratively, μεταφορικά η ασφυκτική συγκέντρωση πλήθους γύρω από ένα σημείο
  3. figuratively, μεταφορικά η ενόχληση που γίνεται με φορτικό τρόπο

In English

  • siege military blockade of settlement

Talk about this word

Cite this
MLA

"πολιορκία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%BF%CF%81%CE%BA%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πολιορκία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%BF%CF%81%CE%BA%CE%AF%CE%B1

Chicago

"πολιορκία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%BF%CF%81%CE%BA%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πολιορκία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%BF%CF%81%CE%BA%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}